|
Ο παλαιότερος μύθος σχετικά με τη Σύρο, είναι αυτός του Κοιράνου. Βρέθηκε ναυαγός στα ανοιχτά της Παροναξίας και μεταφέρθηκε με τη βοήθεια ενός δελφινιού στη Σύρο. Εκεί κατέφυγε σε μια σπηλιά, το «Κοιράνειον άντρον», όπως μετονομάστηκε αργότερα, όταν πια ο Κοιράνος, λόγω των ικανοτήτων του, ανακηρύχθηκε βασιλιάς του νησιού. Ο Όμηρος, επίσης, αναφέρεται στη Συρίη, ένα νησί στο οποίο αγκυροβολούσαν συχνά οι Φοίνικες. «Ήταν ένα νησί αγαθό που δεν είχε ποτέ εμπλακεί σε πολέμους ή ναυμαχίες. Είχε δύο πόλεις, αφθονία αγαθών και πολύ καλές συνθήκες διαβίωσης, σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι γέροντες δεν πέθαιναν από φυσικό θάνατο, αλλά έρχονταν οι θεοί Απόλλωνας και Άρτεμις και τους έπαιρναν τη ζωή». Η αποψίλωση και η εκτεταμένη εκχέρσωση των νησιών δεν είχε αρχίσει ακόμα, ούτε είχαν φανεί τα καταστροφικά αποτελέσματα της αιγοτροφίας, στην οποία, για ορισμένους, οφείλεται η παρακμή του αρχαίου πολιτισμού και η ερημοποίηση των νησιών. Ίχνη ανθρώπινης παρουσίας στη Σύρο κατά την προϊστορική εποχή έχουν εντοπισθεί στα Τάλαντα (νεολιθικός οικισμός) και στην Χαλανδριανή και στο γειτονικό ύψωμα, το Καστρί, στην περιοχή μελέτης, και χρονολογούνται, αντίστοιχα, από το 2700-2300 και από το 2300-2200 π.Χ. Ανήκουν στον πρωτοκυκλαδικό πολιτισμό και συγκεκριμένα της Πρώιμης Χαλκοκρατίας (3200-2000 π.Χ.). Οι άνθρωποι που τον δημιούργησαν ήταν οι Αιγαιίτες, Πελασγοί, Λέλεγες, Κάρες. Οι ανασκαφές στην περιοχή της Χαλανδριανής ανακάλυψαν πάνω από 500 τάφους. Είναι ευθύγραμμοι ή κυκλικοί και διαθέτουν μια εικονική είσοδο, παρόμοια με θύρα σπιτιού. Η οχύρωση της παρουσιάζει εντονότατες ομοιότητες με αυτή του οικισμού Λος Μαλιάρες στην Ισπανία, της ίδιας εποχής. Ο πρωτοκυκλαδικός οχυρωμένος οικισμός στο Καστρί είναι από τους καλύτερα διατηρημένους χάρη και στα έργα στερέωσης που έκανε από το 1962 η Αρχαιολογική Υπηρεσία. Στο Καστρί ο αρχαιολόγος Χρήστος Τσούντας έφερε πρώτος στο φως το 1898, υπολείμματα οχυρώσεων, οικιών, αντικειμένων, ενώ ορισμένα ευρήματα πείθουν για την ύπαρξη εργαστηρίων μεταλλοτεχνίας και μαρτυρούν για τις σχέσεις της Σύρου με τα παράλια της Μικρασίας. Οι έρευνες εντόπισαν ίχνη εγκαταστάσεων και σε άλλα σημεία του νησιού (Ατσιγγανόκαστρο, Δελφινονήσι, Αη Μιχάλης, Αζόλιμνος, Γαλησσάς, Μάλια, Μάννα). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τέχνη της δεύτερης φάσης του Πρωτοκυκλαδικού Πολιτισμού, της ονομαζόμενης Κέρου –Σύρου. Έχουν βρεθεί πυξίδες, (κοσμηματοθήκες), αγγεία, σφαιρικές φιάλες, κύπελλα, λεκάνες, τηγανόσχημα και ζωόμορφα αγγεία. Τα ειδώλια όμως, αποτελούν την πιο χαρακτηριστική έκφραση της τέχνης της περιόδου αυτής. Σε αυτά απεικονίζονται γυναίκες με ελάχιστα τονισμένες τις ανατομικές λεπτομέρειες, με κεφάλι τις περισσότερες φορές σε σχήμα λύρας και ελαφρά γυρτό προς τα πίσω, με τα χέρια σταυρωμένα κάτω από το στήθος και τα γόνατα με ελαφρά κάμψη. Τα ειδώλια αυτά όπως και άλλα έργα τέχνης της περιφέρειας, φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. Η ανάπτυξη, η εξάπλωση και η κυριαρχία του Μινωικού Πολιτισμού εξασθένησε σημαντικά τον Κυκλαδικό Πολιτισμό, και μαζί με αυτόν και της Σύρου, ο οποίος όμως διατηρήθηκε ζωντανός τουλάχιστον μέχρι το πρώτο μισό της 2ης χιλιετίας π.Χ. Τότε εικάζεται ότι το νησί εποικίσθηκε από τους Φοίνικες. Το όνομα Σύρος, θεωρείται ότι προήλθε από τα φοινικικά ονόματα Ουσύρα που σημαίνει πλούσιος ή Ουσούρα που σημαίνει ευτυχής ή Σουρ που σημαίνει βράχος. Επίσης, η λατρεία του θεού Πάνα θεωρείται ότι ήρθε στη Σύρο από την Αίγυπτο μέσω των Φοινίκων. Η επιρροή της Μινωικής Κρήτης διατηρείται μέχρι τον 16ο αι. π.Χ., (ενώ ακμάζει παράλληλα και το Ακρωτήρι της Θήρας), οπότε με την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, οι Μυκήνες έθεσαν υπό τον έλεγχό τους τις Κυκλάδες. Κατά την παρακμή του μυκηναϊκού κόσμου (11ος - 10ος αι. π.Χ.) και την κάθοδο των Δωριέων, πιθανολογείται ότι εγκαταστάθηκαν Ίωνες στη Σύρο (9ος και 8ος αι.).
|